Κοινωνία καθρέφτης σου είμαι και σου μοιάζω...

 Έχουμε αλήθεια αναρωτηθεί πόσο σημαντική είναι η παρατήρηση και η μίμηση στη ζωή του ανθρώπου, από την βρεφική του ηλικία έως τα γεράματα. Η συμπεριφορά μας ,η προσωπικότητα μας ,ο χαρακτήρας μας, οι γνώσεις μας είναι στενά συνδεδεμένες με τη παρατήρηση και στη συνέχεια τη μίμηση.   

Η κοινωνική μάθηση αποτελεί βασική μορφή μαθησιακής διαδικασίας, η οποία μελετήθηκε συστηματικά από τον Αμερικανό ψυχολόγο A. Bandura  και τους συνεργάτες του, στο Πανεπιστήμιο Stanford των ΗΠΑ. Η θεωρία αυτή δίνει έμφαση στην κοινωνική προέλευση της συμπεριφοράς.  Ο  Bandura υποστήριξε ότι η μάθηση μπορεί να λάβει χώρα και χωρίς την άμεση εμπειρία του ατόμου ή την άμεση ύπαρξη κάποιου είδους ενίσχυσης. Οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να μαθαίνουν σύνθετες μορφές συμπεριφοράς μέσα από την παρατήρηση και τη μίμηση της συμπεριφοράς άλλων προσώπων. Το είδος αυτό της μάθησης ονομάζεται μάθηση μέσω παρατήρησης (observational learning). Το άτομο που γίνεται αντικείμενο παρατήρησης καλείται πρότυπο και η διαδικασία της μάθησης μέσω παρατήρησης νοείται ως μίμηση προτύπου. Η ικανότητα μίμησης αυξάνεται, καθώς ανεβαίνουμε την αλυσίδα της εξέλιξης των ειδών, με κορυφή τα ανώτερα θηλαστικά και δη τον άνθρωπο. Η ικανότητα αυτή παρέχει στους οργανισμούς ένα σημαντικότατο πλεονέκτημα: η ικανότητα για μάθηση χωρίς άμεση εμπειρία, αλλά μέσω μίμησης, μας επιτρέπει να μαθαίνουμε από τη συσσωρευμένη εμπειρία προηγούμενων γενεών, χωρίς να χρειάζεται να ανακαλύπτουμε κάθε φορά εκ νέου αυτή τη γνώση. Η δυνατότητα αυτή δίνει στους οργανισμούς πλεονέκτημα χρόνου, γλιτώνοντάς τους από περιττούς πειραματισμούς και λάθη. Επομένως, αυξάνει εκθετικά την ικανότητα προσαρμογής των οργανισμών. Το ανθρώπινο βρέφος έχει την ικανότητα να μιμείται αρχικά απλές και σιγά σιγά ολοένα και πιο σύνθετες συμπεριφορές, από τις πρώτες εβδομάδες της ζωής του. Η απόκτηση πολλών βασικών ανθρώπινων ικανοτήτων βασίζεται στη μίμηση, με πρώτη εξ αυτών τη γλώσσα. Το βρέφος μιμείται από πολύ νωρίς τις κινήσεις του στόματος που βλέπει στους άλλους και πειραματίζεται σιγά σιγά και με τις κινήσεις της γλώσσας, έως ότου να επιτύχει τους σωστούς ήχους. Η προσπάθειά του αυτή ενισχύεται, βέβαια, από τις αντιδράσεις των άλλων που απαντούν στους πειραματισμούς αυτούς του παιδιού με επιφωνήματα, γέλια, αγκαλιές και φιλιά. Ωστόσο, φαίνεται ότι η προσπάθεια μίμησης ενεργοποιείται κατ’ αρχήν ενδογενώς, αυθόρμητα. Σε μετέπειτα στάδια της ζωής, η μίμηση επεκτείνεται σε πλείστους τομείς: συμπεριφορές, συνήθειες, αλλά και επιλογές, όπως η επαγγελματική σταδιοδρομία, βασίζονται πάντα και σε διαδικασίες μίμησης. Αυτές οι παθητικές εμπειρίες καταχωρούνται σαν μνημονικές παραστάσεις και είναι διαθέσιμες. Η εκτέλεση αφορά την ίδια την πράξη, την έκδηλη συμπεριφορά, και εξαρτάται από την ενίσχυση που βρίσκεται διαθέσιμη στο περιβάλλον. Επομένως, το άτομο μπορεί να μάθει ή να αποκτήσει μια νέα, σύνθετη μορφή συμπεριφοράς, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ενισχυτών. Ωστόσο, το αν η συμπεριφορά αυτή θα γίνει πράξη ή όχι εξαρτάται από την ύπαρξη ενισχυτών, δηλαδή από το πώς θα απαντήσει το περιβάλλον στη συμπεριφορά αυτή. Η διάκριση αυτή μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή μέσα από το κλασσικό πείραμα του Bandura. Ο Bandura ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ζήτημα της επιθετικότητας. Στην κλασσική του μελέτη, τρεις ομάδες παιδιών παρακολούθησαν ένα πρότυπο να επιδεικνύει επιθετική συμπεριφορά σε μια πλαστική κούκλα. Συγκεκριμένα, τα παιδιά είδαν μια σχετική ταινία. Στην πρώτη ομάδα παιδιών, η επιθετική συμπεριφορά του προτύπου δεν είχε καμία συνέπεια. Στη δεύτερη ομάδα, η επιθετική συμπεριφορά του προτύπου ακολουθήθηκε από αμοιβή, ενώ, στην τρίτη ομάδα, ακολουθήθηκε από τιμωρία. Αφού παρακολούθησαν την επιθετική συμπεριφορά του προτύπου, τα παιδιά και από τις τρεις ομάδες εκτέθηκαν σε δύο διαφορετικές συνθήκες. Στην πρώτη συνθήκη, τα παιδιά έμειναν μόνα τους σε ένα δωμάτιο με πολλά παιχνίδια, στα οποία συμπεριλαμβανόταν και μια κούκλα όμοια με αυτήν της ταινίας (συνθήκη χωρίς κίνητρα). Τα παιδιά παρακολουθούνταν από τους ερευνητές μέσα από έναν καθρέφτη μονής κατεύθυνσης, για να διαπιστωθεί εάν θα εκδήλωναν την επιθετική συμπεριφορά του προτύπου. Στη δεύτερη συνθήκη, ο ερευνητικός σχεδιασμός ήταν ο ίδιος, με τη μόνη διαφορά ότι παρείχαν στα παιδιά κίνητρα τέτοια, ώστε να τα προτρέψουν να συμπεριφερθούν όπως το πρότυπο (συνθήκη με προτρεπτικά κίνητρα). Όπως ήταν αναμενόμενο, στη συνθήκη που δόθηκαν σχετικά κίνητρα (ενισχυτές), εκδηλώθηκαν πολύ περισσότερες επιθετικές συμπεριφορές, από ό,τι στη συνθήκη χωρίς κίνητρα. Με άλλα λόγια, τα παιδιά απόκτησαν / έμαθαν την επιθετική συμπεριφορά παρατηρώντας το πρότυπο, αλλά δεν την εκδήλωσαν τόσο στη συνθήκη χωρίς κίνητρα, όσο στη συνθήκη με κίνητρα. Το εύρημα αυτό καταδεικνύει τη σημασία της διάκρισης μεταξύ εκμάθησης και εκτέλεσης μιας συμπεριφοράς: το άτομο μπορεί να μάθει ή να αποκτήσει μια νέα μορφή συμπεριφοράς, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ενισχυτών, αλλά το αν η συμπεριφορά αυτή θα γίνει πράξη ή όχι εξαρτάται από την ύπαρξη ενισχυτών, δηλαδή από το πώς θα απαντήσει το περιβάλλον στη συμπεριφορά αυτή. Το δεύτερο ερώτημα που έθεσαν οι ερευνητές στη μελέτη αυτή είναι εάν τα επακόλουθα που είχε η συμπεριφορά του προτύπου επηρέασαν την εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς από τα παιδιά, στις δύο συνθήκες. Στη συνθήκη χωρίς κίνητρα, οι διαφορές ήταν σαφείς: τα παιδιά που παρακολούθησαν το πρότυπο να τιμωρείται, μιμήθηκαν πολύ λιγότερες πράξεις του, σε σύγκριση με τα παιδιά των ομάδων που παρακολούθησαν τη συμπεριφορά του προτύπου να αμείβεται ή να μην έχει κανένα επακόλουθο. Ωστόσο, η διαφορά αυτή εξαλείφθηκε στη συνθήκη στην οποία προσφέρθηκαν στα παιδιά κίνητρα για να αναπαράγουν τη συμπεριφορά του προτύπου. Επομένως, τα επακόλουθα της συμπεριφοράς του προτύπου επηρέασαν την εκτέλεση της συμπεριφοράς, όχι όμως και την εκμάθησή της. Από αυτά τα πειράματα προκύπτει ότι μπορεί να λάβει χώρα συντελεστική μάθηση, δηλαδή μάθηση μέσω ενίσχυσης, χωρίς άμεση εμπειρία του ατόμου, αλλά και με μόνη την παρατήρηση. Με απλά λόγια, όταν το άτομο βλέπει ότι μία συμπεριφορά ενισχύεται σε κάποιον άλλον, τείνει να την επαναλάβει και το ίδιο, ενώ όταν βλέπει ότι μία συμπεριφορά τιμωρείται σε κάποιον άλλον, τείνει να την αποφύγει και το ίδιο. Στη λογική αυτή, βασίζεται η εφαμοργή του νομικού συστήματος των οργανωμένων κοινωνιών.